Βαδίζαμε στην έρημο χωρίς ψωμί, χωρίς νερό. Το δέντρο που ψάχναμε αργούσε να εμφανιστεί στον ορίζοντα. Έναν κάκτο τον προσπεράσαμε.Η φάλαγγα μας όλο μάκραινε σε μήκος κι όλο αραίωνε σε ανθρώπους.Δεν ήταν μόνον αυτοί που ξέμεναν πίσω. Ήταν κι αυτοί που έπαυαν να βαδίζουν ή καθόντουσαν οκλαδόν. Ή ξάπλωναν αποκαμωμένοι στις σκιές των αμμόλοφων.Άλλοι ξεστράτιζαν. Έπιαναν σιγά-σιγά την άκρη και κάποια στιγμή τσούλαγαν στην ωτοστράντα που ακολουθούσε την έρημο μας σε όλο το ατέλειωτο μήκος της. Κάποιο λεωφορείο, κάποιο ωτοστόπ, ποιος ξέρει…




